Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Τζόρνταν από τη Facta Non Verba

Τζόρνταν, των Α. Ρέυνολντς και Μ. Μπουφίνι
Από την Facta Non Verba

Το παιχνίδι της σιωπής. Το βίωμα και μετά σιωπή. Η σιωπή είναι μια μορφή μη λεκτικής επικοινωνίας. Επιβάλλεται ή επιλέγεται; Που αρχίζει και που σταματάει; Τα γυναικεία προσωπικά βιώματα καταπίεσης συχνά αντιμετωπίζονται τουλάχιστον υποτιμητικά, τοποθετώντας συχνά τα θύματα στην ανακριτική καρέκλα. Συχνά ο θύτης αμφισβητεί την βία του, κατηγορώντας το θύμα και αυτό είναι αποδεκτό από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, με συνέπεια το θύμα να απολογείται για τις πράξεις που το ‘οδήγησαν’ να υποστεί την βία και τέλος στιγματίζεται, ενοχοποιείται, αμύνεται και σιωπά. Ο διαχωρισμός του ιδιωτικού απ’ το δημόσιο, του σώματος και των συναισθημάτων, του προσωπικού από το πολιτικό οδηγεί στον κατακερματισμό  και στην υποτίμηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το προσωπικό είναι πολιτικό. Η βία και ο κοινωνικός έλεγχος των γυναικών είναι υπαρκτός  και γενικευμένος, όχι μόνο από τα πάνω αλλά και ανάμεσα μας.  Η επιλογή του «Τζόρνταν» φωτίζει διάφορες πτυχές του γυναικείου ζητήματος, αλλά και γενικότερα ζητήματα επιβολής καταστολής και κυριαρχίας. Είναι το προσωπικό βίωμα μιας γυναίκας, το οποίο καταδεικνύει  πως μετατρέπεται από απόλυτο θύμα σε απόλυτο θύτη. Η γλώσσα του έργου δεν είναι πολιτική, είναι σχεδόν παραμυθοδραματική, συμπυκνώνοντας πολλές γυναικείες φωνές που γαζώνουν με μικρά μανιφέστα-καταγγελίες στην πατριαρχική οικογένεια, στον μύθο της μητρότητας, στα ψυχιατρεία, στις γυναικείες φυλακές. Δεν προπαγανδίζει καμιά  συλλογική απελευθέρωση των γυναικών. Η ελευθερία δεν υφίσταται σε καμιά επιλογή της εκτός αυτής της αυτοκτονίας. Βρισκόμαστε μέσα σε μια αληθινή ιστορία, σχεδόν καθημερινή σε μια οικογένεια όπου ο πατέρας χτυπά την μητέρα, η έφηβη κόρη μένει έγκυος και συνεχίζεται ο κύκλος της βίας. Οι γείτονες το λέγανε πως αυτή θα το φάει το κεφάλι της κι ότι πήγαινε γυρεύοντας. Η θρησκεία, οι νόμοι (γραπτοί και άγραφοι), οι δικαστές, η οικογένεια στενεύουν και αποκλείουν την συνέχιση της ζωής της, την περιθωριοποιούν και την πετάνε σε καραντίνες, δηλαδή στην πορνεία, στην φυλακή και στο ψυχιατρείο. Η ερμηνεία των γιατρών, φυσικά πως μόνο μια ψυχικά διαταραγμένη θα μπορούσε να γίνει φόνισσα του ίδιου της του παιδιού, και ο κόσμος την λυπάται επειδή έχασε το παιδί της… αλλά δεν υπάρχει δικαιολογία ακόμα και στο κόσμο των γυναικείων φυλακών είναι το τέρας των τεράτων, το αφύσικο, μια γυναίκα που ακυρώνει η ίδια την μητρότητα της, σε μια κοινωνία που ο γυναικεία ρόλος είναι συνυφασμένος με την αναπαραγωγική διαδικασία. Το μόνο ελαφρυντικό κοινωνικά είναι που τρελάθηκε, της φαίνεται αστείο να την βάλουνε στην πτέρυγα των τρελών, αλλά μόνο έτσι πλαισιώνεται ο φόνος κοινωνικά. Ο θάνατος για την ίδια δεν είναι το τέλος, το παιδί της είναι αθάνατο και η αυτοκτονία της επιθυμία για ζωή μέσα στο ανέφικτο της πραγματικότητας. Η σιωπή είναι συνειδητή επιλογή για επικοινωνία κι όχι ακούσια κατάρρευση. Ο φόνος και η αυτοκτονία είναι η έξοδος για την απελευθέρωση από την τραχιά πραγματικότητα, γλιστρώντας μαζί πάνω στο νερό ως το φεγγάρι. Σύμβολο της ύστατης μαζοχιστικής και εξιδανικευμένης  μητρικής αγάπης «..τον αγαπούσα, ξέρετε πιο πολύ κι απ’ την ζωή μου». 
ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ.
ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ Σ.Τ. ΠΟΥ ΑΠΑΛΛΑΧΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΦΕΘΗΚΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΥΠΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ, ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ ΤΟΥ 1987.ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου